Ο μεσιέ Μιζερό στην Έρημο Μαντάρα
Οι αναμνήσεις του μεσιέ Μιζερό
Η άμμος έκαιγε τα γυμνά πέλματα του. Ένοιωθε κάθε κόκκο της να εισέρχεται στους πόρους του δέρματός του και να τον βουλώνει. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει…δεν μπορούσε να αναπνεύσει.. τόση μοναξιά μέσα του.. και γύρω του η απέραντη έρημος Μαντάρα.
Προχωρώντας από το πρωί, έβλεπε τον ήλιο να δύει καθώς διέκρινε στα δεξιά του μια συστάδα πράσινα φύλλα. Ένιωσε τόση ανακούφιση που βρήκε τόσο γρήγορα μια Όαση να ξεδιψάσει. Τρέχοντας, έπεσε στη νωπή γη να δροσιστεί και πλησίασε την μικρή γούρνα με το νερό. Κοιτάζοντας την αχνή αντανάκλασή του στο λιγοστό νερό, για λίγο έπαψε να νιώθει μόνος και ευχαρίστησε για την ύπαρξή του. Έγειρε στον κορμό ενός φοινικόδεντρου να ξαποστάσει και τον πήρε ο Ύπνος.
Ο Ύπνος ήταν ένας τρεχαπετάμενος νομάδας με 10 καμήλες που η καθεμιά κουβάλαγε από μέρος σε μέρος σωρούς από όνειρα. Είχε δημιουργήσει ένα κανονικότατο καραβάνι τα τελευταία 20 χρόνια και είχε γίνει αρκετά γνωστός στην πιάτσα των νομάδων. Έτσι όταν έφτανε σε μια Όαση έπιανε για πελάτη όποιον ξεχασμένο πρίγκιπα είχε πετάξει εκεί η μοίρα και τον κοίμιζε όπως του έπρεπε. Μπορούσες να διαλέξεις καμήλα και να έχεις ότι όνειρα επιθυμείς από εφιάλτες με κουστουμαρισμένους πολιτικούς μέχρι ερωτικές περιπτύξεις με Αλογίνες τις Παναγίας.
Εκείνη τη μέρα ο Ύπνος πούλησε στον μεσιέ Μιζερό ένα σπάνιο όνειρο. Το όνειρο μιας κανονικής, όμορφης και ήσυχης ζωής.









